| ΡΩΣΙΑ: ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΟΥ ΜΠΕΣΛΑΝ |
|
|
| By Misha Steklov | |
| Wednesday, 15 September 2004 | |
|
Αυτό το άρθρο γράφτηκε αμέσως μετά τα αιματηρά γεγονότα του σχολείου της Μπεσλάν στην Βόρεια Οσετία και περιέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες που δεν πρόβαλλαν καθόλου τα ΜΜΕ στη Δύση. Δημοσιεύθηκε στην δημοφιλή Ρωσική ιστοσελίδα της Μαρξιστικής οργάνωσης «Εργατική Δημοκρατία» και στην ιστοσελίδα «In defence of Marxism» (www.marxist.com)
Οι γονείς και οι συγγενείς όσων κρατούνταν στο σχολείο της Μπεσλάν δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στην ικανότητα των Αρχών να προστατέψουν τους αγαπημένους τους. Απαιτούσαν από την κυβέρνηση να ενδώσει στα αιτήματα των τρομοκρατών, αλλά η κυβέρνηση πρόβαλλε την δικαιολογία ότι τα αιτήματά «δεν ήταν ξεκάθαρα». Η κυβέρνηση αρχικά μείωσε στις ανακοινώσεις της τον αριθμό των ομήρων, αν και οι οικογένειες ήξεραν ότι το νούμερο ήταν πολύ μεγαλύτερο. Οι αρχές προσπάθησαν γενικά να υποβαθμίσουν το πρόβλημα. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ένα μεγάλο βαθμό κυνισμού εκ μέρους της κυβέρνησης και του Πούτιν αυτοπροσώπως. Ο «ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ» ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣΗ στάση των απαγωγέων ήταν βάρβαρη. Φέρθηκαν με αποτρόπαιο τρόπο σε αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους όσο τους κρατούσαν και δεν δίστασαν να πυροβολήσουν απελπισμένα παιδιά που τρέπονταν σε φυγή. Αυτό το γεγονός φόρτισε το μυαλό και την καρδιά εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο. Πώς μπορεί κάποιος να μη σοκαριστεί μπροστά στη σκηνή νεκρών και τραυματισμένων παιδιών; Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι όλο αυτό το ντελίριο βαρβαρότητας τώρα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από όλους τους Πούτιν αυτού του κόσμου, αλλά και από τους Μπλερ και τους Μπους επίσης. Αυτή η βάρβαρη πράξη ατομικής τρομοκρατίας δεν θα προσφέρει λύση στην υπόθεση του τσετσενικού λαού, αλλά αντίθετα θα χρησιμοποιηθεί για να παρθούν επιπλέον μέτρα καταστολής και μέσα στη Ρωσία. Ο ρωσικός στρατός στην Τσετσενία έχει αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Πούτιν θα χρησιμοποιήσει το γεγονός στη Μπεσλάν για να νομιμοποιήσει τη συνέχιση του πολέμου του. Αυτό επίσης με κανένα τρόπο δε θα κάνει την χώρα ασφαλέστερη για τους εργαζόμενους. Οι επιχειρήσεις του ρωσικού στρατού στην Τσετσενία για πάνω από μια δεκαετία έχουν καταστρέψει την περιοχή. Πολλοί Τσετσένοι έχουν σκοτωθεί. Αυτή η επίδειξη «πυγμής» στο μόνο που μπορεί βοηθήσει είναι να αυξάνουν οι εστίες απ’ όπου μπορούν να στρατολογήσουν μέλη οι τρομοκράτες. Μια νέα αλυσίδα διαδοχικών επιθέσεων από τον ρωσικό στρατό θα προκαλέσει ακόμα περισσότερες πράξεις ατομικής τρομοκρατίας. Θα χρησιμοποιηθεί επίσης χωρίς αμφιβολία, από τον Μπους στην προεκλογική του εκστρατεία για να νομιμοποιήσει τον δικό του «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία».
Οι λαοί του Καυκάσου θέλουν ειρήνη, όχι πόλεμο. Εάν η εξουσία παραμείνει στα χέρια της ρωσικής ολιγαρχίας, ο πόλεμος θα συνεχιστεί. Και οι μανούβρες των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών στην περιοχή δε θα βοηθήσουν, ειδικά στη Γεωργία. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τις ζωές των απλών ανθρώπων της εργασίας, αλλά για την εξουσία και τα κέρδη. Τα θύματα αυτής της σύγκρουσης θα είναι οι εργαζόμενοι. Η βαρβαρότητα των τελευταίων ημερών δυστυχώς θα επαναληφθεί. Μπορεί να εξαφανιστεί μια και καλή μόνο όταν ανατραπεί το σύστημα που την παράγει. Μόνο όταν οι εργαζόμενοι ελέγχουν απόλυτα την μοίρα τους θα μπορούν να ζήσουν ειρηνικά. ΟΡΓΗ ΚΑΤΑ ΠΟΥΤΙΝΣε μια επανάληψη της αντίδρασης των οικογενειών, κατά την διάρκεια μιας παρόμοιας κρίσης με ομήρους που είχε δημιουργηθεί πριν δύο χρόνια στη Μόσχα, οι φωτογραφίες των εφημερίδων έδειχναν τους συγγενείς στην Μπεσλάν να κρατούν πλακάτ που καλούσαν την κυβέρνηση να αποδεχτεί τα αιτήματα των τρομοκρατών. Οι αρχές αντέτειναν ότι δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό από τη στιγμή που τα αιτήματα «δεν ήταν ξεκάθαρα». Όμως ήταν ξεκάθαρα. Ζητούσαν την απελευθέρωση των μαχητών που επιτέθηκαν στην Ιγκουσετία τον περασμένο Ιούνη προκαλώντας στον θάνατο 100 ανθρώπων και την αποχώρηση των ομοσπονδιακών δυνάμεων από την Τσετσενία. Για τους ντόπιους, ούτε η απελευθέρωση τριάντα Τσετσένων και Ιγκουσετίων, ούτε ένα τέλος του πολέμου στην Τσετσενία, τον οποίο σωστά αναθεματίζουν σαν αιτία για την τρομοκρατική επίθεση στην πόλη τους, συνιστούν κάποιο πρόβλημα. Αλλά για τον πρόεδρο Πούτιν δεν μπαίνει ζήτημα επιλογής για παραχωρήσεις τέτοιου είδους. Η κατάσταση είναι διαφορετική σήμερα από τον πρώτο πόλεμο στην Τσετσενία το 1994-96, όταν τελείωσε ουσιαστικά μετά από κάποιες αποτυχημένες απόπειρες απελευθέρωσης ομήρων. Στις 14 Ιουνίου 1995 δύο χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν αιχμάλωτοι σ’ ένα νοσοκομείο στο Μπούντιονοβσκι, κοντά στην Τσετσενία και οι εκατό σκοτώθηκαν. Στις 9 Ιανουαρίου 1996, τρεις χιλιάδες πιάστηκαν όμηροι στο Κίτζγιαρ, σ’ ένα άλλο νοσοκομείο στην Νότιο Ρωσία, αφήνοντας 78 νεκρούς καθώς οι τρομοκράτες πήραν τον δρόμο της επιστροφής στην Τσετσενία έχοντας σαν ασπίδα προστασίας κάποιους ομήρους που δεν απελευθέρωσαν. Αντίθετα από τον πρόεδρο Γιέλτσιν, ο οποίος αντιμετώπιζε μια χαμηλή δημοτικότητα και έναν αδύναμο στρατό, ο Πρόεδρος Πούτιν δεν έχει καμία διάθεση για υποχώρηση, ειδικά από τότε που ήρθε στην εξουσία με το σύνθημα της αποκατάστασης του ρωσικού ελέγχου στην Τσετσενία. Με δεδομένο το τέλος του χρονοδιαγράμματος των διαπραγματεύσεων, ο κόσμος που βρίσκονταν γύρω από το σχολείο και στην υπόλοιπη Μπεσλάν, αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό την υπόσχεση του Πούτιν ότι δε θα χρησιμοποιήσει βία και ότι θα σώσει τις ζωές με οποιοδήποτε κόστος. Μετά τα τραγικά γεγονότα, ο Πούτιν επισκέφτηκε την Μπεσλάν και οι πολίτες άδραξαν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τον θυμό τους ενάντια ενάντιά του, κατηγορώντας τον ότι ήρθε να τους δει για ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα και ότι επίσης, ήρθε απλά για να ποζάρει για την τηλεόραση αντί να συναντήσει τους ανθρώπους που έχουν τραυματιστεί ψυχικά από την τραγωδία.
ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣΗ αιτία που οι τρομοκράτες αποφάσισαν να καταλάβουν ένα σχολείο στην Βόρειο Οσετία δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Το 1992 υπήρξε μια σύγκρουση μεταξύ της Βόρειας Οσετίας και της Ιγκουσετίας στην οποία πέθαναν χιλιάδες άνθρωποι. Ακολουθώντας τη βίαιη επίθεση της Τσετσενίας στην Ιγκουσετία τον Ιούνιο, η τελευταία επίθεση είναι ξεκάθαρα μια προσπάθεια να διασπείρει αστάθεια, έτσι ώστε να εξαπλωθεί ο πόλεμος από το εσωτερικό της Τσετσενίας σε όλες τις εθνότητες που ζουν στον Καύκασο. Η εθνολογική σύνθεση της Βόρειας Οσετίας θα μπορούσε να είναι η βάση για μια πολύ πιο καταστροφική σύγκρουση απ’ αυτή στην Τσετσενία, όπου μόνο δύο εθνότητες συνυπάρχουν, οι Τσετσένοι και οι Ρώσοι. Σύμφωνα με την επίσημη κυβερνητική ιστοσελίδα της Βόρειας Οσετίας 95 εθνότητες ζούνε στην Βόρεια Οσετία. Πολλές περιοχές στον Καύκασο έχουν μια παρόμοια εθνική ανομοιογένεια, με δεδομένο ότι οι λαοί ιστορικά δεν ζουν ή εγκαθίστανται σύμφωνα με την χάραξη των συνόρων που επιτελέστηκε από διπλωμάτες τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Έτσι εάν υπάρχει μια σύγκρουση κατά μήκος κάποιων εθνο-γραμμών σε μία περιοχή του Καυκάσου όπως η Βόρεια Οσσετία και η Ιγκουσετία, θα επηρεάσει αναπόφευκτα όλες τις εθνότητες που ζούνε στην ζώνη της σύγκρουσης και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίποινα κάπου αλλού. Η προοπτική μιας σοβαρότερης σύγκρουσης, παρά τις πιθανές προσωρινές διπλωματικές συμφωνίες, καθόλου δε σημαίνει ότι οι λαοί του Καυκάσου επιθυμούν την σύγκρουση. Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τα αιτήματα που μπαίνουν στις συνεχείς διαδηλώσεις στις χώρες του Καυκάσου (και την Τσετσενία) οι οποίες περνούν στα ψιλά των εφημερίδων, θα καταλάβει αμέσως ότι αυτό που ζητούν οι λαοί αυτοί είναι ειρήνη και ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Ωστόσο οι αντιδραστικές ηγετικές κλίκες της περιοχής δε θα εγγυηθούν ποτέ την ειρήνη. Και εφόσον δε θα το κάνουν αυτό, εναπόκειται στους απλούς άνδρες και γυναίκες να παλέψουν για το μέλλον τους, που θα διασφαλιστεί μόνο σε συμμαχία με τον αγώνα της εργατικής τάξης στη Ρωσία ενάντια στους εκεί ηγέτες, οι οποίοι όχι μόνο βάζουν σε κίνδυνο τις ζωές των λαών του Καυκάσου, αλλά στέλνουν νεαρούς Ρώσους να πολεμήσουν για ένα πόλεμο που δεν τον πιστεύουν και μ’ αυτόν τον τρόπο απομακρύνουν κι άλλο το ενδεχόμενο της εξαφάνισης του φαινομένου της τρομοκρατίας.
|





